Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

«Κοινωνικό» το εκπαιδευτικό πρόβλημα

«Κοινωνικό» το εκπαιδευτικό πρόβλημα

Του Γιώργου Τρούλη*

Η έναρξη της χρονιάς που διανύουμε, σηματοδοτήθηκε με την εικόνα μιας Ελλάδας κατεστραμμένης οικονομικά και απαξιωμένης κοινωνικά, παγκοσμίως. Η εικόνα αυτή είχε και έχει δύο εκδοχές. Η εικόνα που διαμορφώνεται για εσωτερική “κατανάλωση” και η εικόνα της Ελλάδας που βλέπουν οι εταίροι μας στο εξωτερικό. Οι δύο αυτές εικόνες έχουν διαφορετικό εφαλτήριο, διαφορετική πορεία και διαφορετικό διακύβευμα, τόσο σε ρητορικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Δεν επιδιώκεται, στο παρόν άρθρο, η ανάλυση των προβαλλόμενων εικόνων της Ελλάδας, αλλά γίνεται προσπάθεια να καταστεί σαφές ότι αυτή η εικόνα που αντιλαμβανόμαστε, υπό το πρίσμα ορισμένων φίλτρων και ειδικών επεξεργασιών, είναι καθαρά υποκειμενική και μεταλλαγμένη. Αντίστοιχη είναι και η διαμόρφωση μιας διττής εικόνας του σημερινού ελληνικού εκπαιδευτικού τοπίου. Η κατανόηση αυτή αποτελεί ένα ερμηνευτικό εργαλείο για να αντικρίσουμε όσο γίνεται πιο αντικειμενικά τη σημερινή πραγματικότητα.

Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

Αναμορφωμένο άρθρο: Η κουκουβάγια ή ο μπούφος σήμα των σχολικών βιβλίων;

Η κουκουβάγια ή ο μπούφος σήμα των σχολικών βιβλίων;
Του Γιώργου Τρούλη*
Θα μπορούσε καθένας από εμάς, να αναρωτηθεί τι βαρύτητα έχουν τα σύμβολα σε μια εποχή, όπως η σημερινή, που αντιμετωπίζουμε τόσα προβλήματα στην καθημερινότητά μας. Θεωρούμε πως ό,τι έχει σχέση με την εκπαίδευση και την παιδεία, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για την κοινωνικοπολιτισμική μας ζωή. Σε έναν τόσο ευαίσθητο και συνάμα νευραλγικό τομέα του κοινωνικού βίου, ο συμβολισμός αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τέτοια σημασία που, αν λανθάνει έστω κι από άγνοια, μπορεί να προβάλει διαφορετικό από το προσδοκώμενο σημαινόμενο.
Εάν έχετε φυλαγμένα τα σχολικά σας βιβλία ή εάν έχετε παιδιά που πηγαίνουν στο σχολείο, κοιτάξτε προσεκτικά το σήμα του Οργανισμού Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων, που βρίσκεται στο οπισθόφυλλο. Οι περισσότεροι θα παρατηρήσετε, αρχικά, ότι πρόκειται για το γνωστό από την αρχαιότητα  σύμβολο της σοφίας, την κουκουβάγια. Ο Ο.Ε.Δ.Β., προφανώς, θέλησε να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο πτηνό για καθαρά συμβολικούς λόγους. Η περιεκτικότητα των βιβλίων με γνώση, δεν θα μπορούσε να αποδοθεί παραστατικά καλύτερα από το αρχαιοελληνικό σύμβολο της γνώσης και της θεάς Αθηνάς, την κουκουβάγια.
Δυστυχώς, όμως, το πτηνό που απεικονίζεται και σηματοδοτεί επί σειρά ετών τα σχολικά εγχειρίδια δεν είναι άλλο από αυτό που ανήκει στην οικογένεια των γλαυκών, τον μπούφο. Για να γίνει εμφανής η διαφορά χρειάζεται να διευκρινίσουμε τον όρο γλαύκα από τον όρο κουκουβάγια. Με τον όρο "γλαύκα" εννοούμε όλα τα είδη της τάξεως των Γλαυκόμορφων, ενώ με τον όρο "κουκουβάγια" χαρακτηρίζουμε μονάχα τη γλαύκα του είδους "Αθηνά η νυκτία" (Athene noctua). Ο μπούφος ανήκει στην τάξη των γλαυκόμορφων πτηνών και δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κουκουβάγια. Η χρήση της λέξης κουκουβάγια αποδίδεται μόνο στο είδος γλαύκας Athene noctua.
Ποιά, όμως, είναι η διαφορά της κουκουβάγιας από τον μπούφο; Αρχικά η διαφορά στην εικονογράφηση αυτών των δύο πτηνών, βρίσκεται στο κεφάλι. Στο κεφάλι του μπούφου σχηματίζεται ένα είδος αυτιών, από φτερά, εν αντιθέση με την κουκουβάγια, στης οποίας το κεφάλι δεν υπάρχει αντίστοιχος σχηματισμός. Σκεφτείτε ότι αυτή τη λεπτομέρεια την γνώριζαν οι αρχαίοι έλληνες, αφού το αρχαίο  αθηναϊκό τετράδραχμο του 5ου αιώνα π.Χ. φέρει την εικόνα της κουκουβάγιας χωρίς αυτά τα "αυτιά".  Αντίγραφο του αθηναϊκού τετράδραχμου υπάρχει σε κάθε ελληνικό σπίτι και σε κάθε ελληνική τσέπη (κι όχι μόνο). Βρίσκεται στη μια πλευρά του ελληνικού κέρματος του ενός ευρώ. Παρατηρήστε και συγκρίνετε το σήμα του Ο.Ε.Δ.Β. με αυτό του ευρώ. Η διαφορά είναι εμφανέστατη στο κεφάλι των δύο αυτών πτηνών.
Επομένως, από τα παραπάνω, εγείρεται ένα ερώτημα. Ποιός ο συμβολισμός (το σημαινόμενο) του εν λόγω εμβλήματος (σημαίνοντος); Όπως γνωρίζουμε ο μπούφος κάνει, περισσότερο, καθιστική ζωή και τον πιο πολύ καιρό, όταν τον παρατηρεί κανείς, δίνει την εντύπωση ότι κοιμάται. Επίσης συνηθίζει να έχει το στόμα του ανοιχτό, με σκοπό να μπουν μέσα έντομα και πουλιά ώστε να τραφεί. Δεν πιστεύουμε, λοιπόν, πως ο συμβολισμός του εμβλήματος έχει, την οποιαδήποτε, σχέση με τον μαθητή και γενικότερα με τη γνώση. Η εικονογράφηση, επομένως, του εμβλήματος των σχολικών βιβλίων μπορεί να χαρακτηριστεί ατυχής κι ελπίζουμε να οφείλεται σε άγνοια ή μάλλον σε απροσεξία.
Πολλές φορές, όμως, από λανθάνουσες καταστάσεις προκύπτουν μεγάλες αλήθειες. Ακόμα και το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας είχε ως έμβλημα τον μπούφο αντί την κουκουβάγια, προτού το αλλάξει με την υδρόγειο σφαίρα. Μήπως τελικά ο συμβολισμός αυτός έχει σχέση με την αντίληψη ενός σχολείου που στοχεύει να καταστήσει τους νέους ανθρώπους, ή τα μέλη μιας κοινωνίας, με μειωμένα αντανακλαστικά; Μήπως η εκπαιδευτική πολιτική της χώρας μας, με πρωτεργάτη το Υπουργείο Παιδείας και συντελεστή τον Ο.Ε.Δ.Β., εκφράζεται περισσότερο έχοντας ως σύμβολο  τον μπούφο, με την νωχελικότητα και την αδιαφορία που τον διακρίνει; Μήπως οι πολιτικοί και οικονομικοί ιθύνοντες, ανέκαθεν, επιζητούσαν και επιζητούν έλληνες που, ομοιάζοντας με μπούφους, να βρίσκονται σε ημικαταστολή περιμένοντας να γευτούν ό,τι τους δώσουν, δίχως να διεκδικούν τα αυτονόητα ή αυτά που τους ανήκουν; Μήπως θεωρούν τους δάσκαλους και τους καθηγητές ανθρώπους, που απέναντι στην «μεταρρυθμιστική λαίλαπα», η οποία συντελείται, δεν θα αντιδράσουν και θα αφήσουν να περάσει αναίμακτα ό,τι θέλει ο κάθε ή η κάθε υπουργός παιδείας; Η δική μας εκτίμηση είναι πως ό,τι και να επιζητούν οι οποιοιδήποτε “κρατούντες”, όσο υπάρχουν άνθρωποι (και ευτυχώς υπάρχουν πολλοί) που κάνουν ορθή ανάγνωση των κοινωνικοπολιτικών πεπραγμένων, τόσο περισσότερο θα δυσκολεύεται η προσπάθειά τους για κοινωνικοοικονομικοπολιτική καταστολή.
Αν επομένως, το Υπουργείο Παιδείας θέλει να αλλάξει τη σημερινή κατάσταση στην εκπαίδευση, οφείλει να αλλάξει οπτική και να αντικρίσει την πραγματικότητα με προοπτική. Να προβεί σε εμβριθή έλεγχο των προβλημάτων της εκπαίδευσης και να διορθώσει τα κακώς κείμενα, όχι προσθέτοντας περισσότερα. Το «Νέο Σχολείο», που προτείνεται, δυστυχώς βρίσκεται σε άλλη κατεύθυνση, πολύ μακριά από τη διόρθωση της παθογένειας του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Ίσως να είναι το τελευταίο πρόβλημα η διόρθωση του εμβλήματος των σχολικών βιβλίων, όμως από τις λεπτομέρειες και το συμβολισμό των εμβλημάτων (συμβόλων) φαίνεται η σημασία που προσδίδει η πολιτεία στην εκπαίδευση των πολιτών της. Κι αυτό γιατί το σύμβολο (σημαίνον) είναι η σχηματική απεικόνιση των ιδεολογημάτων και αξιών (το σημαινόμενο) αυτού που το χρησιμοποιεί.

* Ο Γιώργος Τρούλης είναι Δάσκαλος
MSc στις Επιστήμες της Αγωγής
Δημοσίευση Νέα Κρήτη 22/04/2010

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

«Όχι» στις προτεινόμενες εκπαιδευτικές αλχημείες

«Όχι» στις προτεινόμενες εκπαιδευτικές αλχημείες

Του Γιώργου Τρούλη*

Βιώνουμε, ίσως, τις δυσκολότερες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες των τελευταίων δεκαετιών (μετά τη μεταπολίτευση) στην Ελλάδα. Το σημερινό, κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό πάζλ συντίθεται α) με την παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία κάνει πλέον αισθητή την παρουσία της στη χώρα μας (κλείσιμο επιχειρήσεων, εκτόξευση της ανεργίας, υπερδανεισμός κ.α.) β) με την εικόνα μιας Ελλάδας οικονομικά μη βιώσιμης στα καιροσκοπικά μάτια των ευρωπαίων εταίρων μας, η οποία δημιουργεί την περίφημη, έλλειψη «οικονομικής αξιοπιστίας» και γ) με την προσπάθεια «ανασυγκρότησης» του δημοσίου τομέα με τις γνωστές περικοπές σε διορισμούς, προσλήψεις, μισθούς, επιδόματα, αλλαγές στο φορολογικό και συνταξιοδοτικό σύστημα κ.α. Παράλληλα, μέσα στο ζοφερό και οικονομικά ερεβώδες τοπίο, επιχειρούνται από την ελληνική πολιτεία να υλοποιηθούν σημαντικές μεταρρυθμίσεις, σε νευραλγικούς τομείς.

Ο πλέον σημαντικός, μαζί με την υγεία, νευραλγικός τομέας διαχρονικά, θεωρείται και είναι η εκπαίδευση. Η δημιουργία του «Νέου Σχολείου» ως άλλου παπουτσιού του Ξενοκράτη, οι μειώσεις σε 50% των διορισμών και 70% των αναπληρωτών, οι οικονομικές περικοπές που στα πλαίσια ενός υψηλού πληθωρισμού γίνονται ουσιαστικά χαράτσι, η προοπτική των 30 μαθητών ανά τμήμα (αφού μειώνονται οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μειωθούν και τα τμήματα και οι τάξεις), θα οδηγήσει πολλά 6θέσια σχολεία σε 3θέσια και 4θέσια κάτω από αντίξοες συνθήκες παραμονής και μάθησης, σε συνδυασμό με την επί της ουσίας, ανυπαρξία του επίσημου συνδικαλιστικού φορέα των εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδας) διαμορφώνουν μια εκρηκτική ατμόσφαιρα στους εκπαιδευτικούς κόλπους. Αυτή τη χρονική στιγμή, κάθε άλλη παραφωνία, από δήθεν ειδικούς σε θέματα Παιδείας με πρόσχημα την εμπειρία της ακαδημαϊκής τους καριέρας και τον τίτλο του πρώην πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών, οξύνει το ήδη υπάρχον πρόβλημα. Προφανώς οι τίτλοι και οι ακαδημαϊκές θέσεις σε ελάχιστο βαθμό επιδρούν στη διαμόρφωση κοινωνικών και εκπαιδευτικών ευαισθησιών, όσο κι αν θέλουν να μας πείσουν για το αντίθετο.

Η πρόταση για την απασχόληση φιλολόγων, φυσικών, μαθηματικών και οποιωνδήποτε άλλων πτυχιούχων καθηγητικών σχολών στις 3 τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου, με την πρόφαση-προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν δάσκαλοι για διορισμό σήμερα και κατόπιν ταχύρρυθμης επιμόρφωσης, είναι άκαιρη, άκυρη και άτοπη. Είναι άκαιρη για τον απλούστατο λόγο ότι ήδη υπάρχουν περίπου 500 αδιόριστοι δάσκαλοι που περιμένουν να διοριστούν και μάλιστα, από το Σεπτέμβριο του 2010 το πρόβλημα θα ενταθεί περισσότερο με τις επικείμενες περικοπές στους διορισμούς και τις προσλήψεις αναπληρωτών. Επομένως γίνεται κατανοητό, ότι όχι μόνο δεν έχουν απορροφηθεί όλοι οι δάσκαλοι πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αλλά από τον ερχόμενο Σεπτέμβριο δημιουργείται τεχνητή ανεργία.

Παράλληλα η πρόταση αυτή είναι άκυρη, διότι δεν μπορεί με μια ταχύρρυθμη επιμόρφωση ο φιλόλογος, ο μαθηματικός, ο φυσικός κ.λ.π. να αποκτήσει παιδαγωγική κατάρτιση που να τον καθιστά «παιδαγωγικά ικανό» να διδάξει σε παιδιά δημοτικού σχολείου. Με την ίδια λογική ο δάσκαλος με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό στη λογοτεχνία ή στην ιστορία θα μπορούσε, κατόπιν ταχύρρυθμης επιμόρφωσης, να διδάξει τα αντίστοιχα μαθήματα στο γυμνάσιο ή το λύκειο. Αντίστοιχα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι δυνατό ο οποιοσδήποτε ειδικός σε κάποιο τομέα π.χ. ζωγράφος, κιθαρίστας, τεχνικός, οινοποιός, αγρότης κ.λ.π, με μια ταχύρρυθμη επιμόρφωση, να διδάξει το εκάστοτε αντικείμενο που αφορά τον τομέα του στο δημοτικό σχολείο. Φυσικά οι δάσκαλοι ουδέποτε μπήκαν σε αυτή την άλογη λογική και ούτε θα μπουν ποτέ σε μια τέτοιου είδους εκπαιδευτική περιπτωσιολογία. Ο ισχυρισμός, όμως, της παιδαγωγικής κατάρτισης ενός ανθρώπου με μια ταχύρρυθμη επιμόρφωση, υποβιβάζει όχι μόνο το λειτούργημα του δασκάλου αλλά και την ίδια την υπόσταση της Παιδαγωγικής Επιστήμης. Όπως γίνεται κατανοητό, αυτή είναι μια επιστημολογική συζήτηση και δεν μπορεί να αναλυθεί στο παρόν άρθρο. Όμως για ενημέρωση του μη μυημένου με την εκπαίδευση αναγνωστικού κοινού, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι οι μέθοδοι διδασκαλίας, η ψυχοπαιδαγωγική, η συμβουλευτική και η εγχάραξη των παιδαγωγικών θεωριών μάθησης διαπνέουν όλο το πρόγραμμα σπουδών των Παιδαγωγικών Τμημάτων Δημοτικής Εκπαίδευσης. Επομένως δεν μπορούν να αντικατασταθούν τα παραπάνω, με μια ταχύρρυθμη επιμόρφωση μερικών ωρών ή και ημερών.

Τέλος, η πρόταση αυτή είναι άτοπη, αφού το πρόβλημα δεν έγκειται ούτε στη Πρωτοβάθμια ούτε στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Το πρόβλημα εντοπίζεται, γαλουχείται και θεριεύει στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση. Θα περίμενε κανείς να είχε γίνει μια περισσότερο ουσιαστική πρόταση. Να διερευνηθεί και να ξεκαθαρίσει, επιτέλους, εάν υπάρχει ή πρέπει να υπάρχει σχέση πτυχίου και αγοράς εργασίας. Εάν θέλουμε πτυχιούχους με αντίκρισμα στην αγορά εργασίας, τότε η λύση βρίσκεται στα χέρια των Γενικών Συνελεύσεων των Καθηγητικών Σχολών και του Υπουργείου Παιδείας. Η λύση είναι ο περιορισμός των εισαγομένων σε αυτές τις σχολές, έως ότου απορροφηθούν οι ήδη πτυχιούχοι. Κάθε άλλη πρόταση, προς άλλη κατεύθυνση, παρατείνει το πρόβλημα.
Ας πάψουν κάποιοι πανεπιστημιακοί και ειδικοί σε θέματα παιδείας να λειτουργούν οπορτουνιστικά, προτάσσοντας την κοινωνική τους ευαισθησία, όταν ενώ είχαν τη δυνατότητα, δεν έκαναν τίποτε για τα μεγάλα προβλήματα της εκπαίδευσης. Ας σταματήσουν πια να προτείνουν εκπαιδευτικές αλχημείες με στόχο την πρόσκαιρη επαγγελματική αποκατάσταση ορισμένου αριθμού εκπαιδευτικών. Το πρόβλημα είναι κατεξοχήν κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό. Είναι χρέος να ειδωθεί και να χτυπηθεί στη ρίζα του. Δεν φταίει ο φιλόλογος, ο μαθηματικός, ο φυσικός κ.λ.π. που δεν μπορεί να εργαστεί στο αντικείμενό του. Ας αναλάβει η πολιτεία το χρέος της απέναντι στον εκπαιδευτικό κόσμο, απέναντι και στον τελευταίο άνεργο πτυχιούχο. Δεν ωφελεί σε τίποτα αυτή η εσκεμμένη ενέργεια (πρόταση) που δυναμιτίζει μια ενδοεκπαιδευτική αντιπαράθεση. Σήμερα είναι ανάγκη περισσότερο από ποτέ, να βρεθεί ενωμένος όλος ο εκπαιδευτικός κόσμος απέναντι στην εκπαιδευτική και κοινωνική μεταρρυθμιστική λαίλαπα. Ας απαντήσουμε, λοιπόν, με ένα ηχηρό «όχι» στις οπορτουνιστικές σειρήνες των εκάστοτε ειδικών, που επιζητούν το επιμύθιο της ακαδημαϊκής τους καριέρας.

* Ο Γιώργος Τρούλης είναι Δάσκαλος
MSc στις Επιστήμες της Αγωγής
Δημοσίευση Νέα Κρήτη, 13/04/2010

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

Το «Νέο Σχολείο» ως προκρούστεια κλίνη

Το «Νέο Σχολείο» ως προκρούστεια κλίνη

Του Γιώργου Τρούλη*

Πολλές συζητήσεις έχει προκαλέσει, και θα συνεχίσει να προκαλεί, η υλοποίηση του «Νέου Σχολείου» και των νέων «Ψηφιακών Τάξεων». Στο βωμό του εκσυγχρονισμού και της πλήρης εναρμόνισης με τα «πετυχημένα» εκπαιδευτικά συστήματα ευρωπαϊκών και μη χωρών, το σημερινό σχολείο αλλάζει όψη. Οι αλλαγές που προτείνονται έχουν σχέση με το σχολικό περιβάλλον, τον εκπαιδευτικό ενώ σαν πρόταγμα του «Νέου Σχολείου» τίθεται ο μαθητής.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Υπουργείο Παιδείας, οι σχολικές τάξεις θα στελεχωθούν σταδιακά με νέα τεχνολογικά μέσα, όπως διαδραστικούς πίνακες, ψηφιακό εκπαιδευτικό υλικό, προσωπικούς υπολογιστές για κάθε μαθητή κ.α. Έτσι θα δημιουργηθούν τάξεις χωρίς τοίχους, τάξεις ευρυζωνικές, τάξεις οι οποίες θα μετατραπούν σε μαθησιακά θέλγητρα για τους μαθητές όλων των ηλικιών. Παράλληλα θα τροποποιηθεί η ύλη των μαθημάτων (π.χ. θα μειωθεί η ύλη σε ορισμένα μαθήματα), θα υπάρξουν νέα διδακτικά αντικείμενα, όπως υπολογιστές και ξένες γλώσσες από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού (που σήμερα δεν υπάρχουν), που θα οδηγούν σε κρατικό πιστοποιητικό γλωσσομάθειας. Επιπλέον θα διευρυνθεί το ωράριο των σχολείων με την ενσωμάτωση του ολοήμερου σχολείου και τη δημιουργία ενός ενιαίου ολοήμερου σχολείου. Τέλος, οι αλλαγές ολοκληρώνονται (σε επίπεδο μαθησιακής πράξης και εκπαιδευτικών) με τη δημιουργία νέων αναλυτικών προγραμμάτων, νέων μεθόδων διδασκαλίας, καθιέρωση πιστοποιητικού παιδαγωγικής επάρκειας για τους εκπαιδευτικούς, θέσπιση αξιολόγησης των σχολικών μονάδων κ.α.

Κάνοντας μια πρώτη ανάγνωση των παραπάνω, αντιλαμβάνεται κανείς ότι γίνεται μια προσπάθεια αλλαγής του σχολείου και της εκπαιδευτικής πράξης δίχως τον απαιτούμενο σχεδιασμό και με μια γενικόλογη και ασαφή ρητορική. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει η τάση αντιγραφής πλειάδας στοιχείων του εκπαιδευτικού συστήματος άλλων χωρών (πράγμα που δεν είναι μεμπτό), δίχως όμως να αναγνωρίζεται η ανάγκη διαμόρφωσης των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που θα οδηγήσουν σε επιτυχία το νέο θεσμό. Ο σχεδιασμός, του «Νέου Σχολείου», εξαντλείται στη μορφή και όχι στην ουσία. Το σχολείο αλλάζει σε όψη αλλά όχι σε νοοτροπία και κουλτούρα. Σε άλλα εκπαιδευτικά συστήματα, ευρωπαϊκών και μη χωρών, υπάρχει αντιστοιχία εκπαιδευτικής πράξης και κοινωνικοπολιτικών συνθηκών (σε όποιες χώρες συμβαίνει αυτό έχει πετύχει π.χ. στη Φιλανδία), πράγμα το οποίο στην Ελλάδα δεν συμβαίνει.

Δυστυχώς, οι περισσότερες μεταρρυθμίσεις στη χώρα μας έπαιρναν ανέκαθεν άλλη τροπή. Γίνονται αλλαγές στους θεσμούς δίχως να υπολογίζονται οι κοινωνικές ανάγκες της εκάστοτε εποχής. Οι αλλαγές αυτές γίνονται σύμφωνα με τα κοινωνικά δεδομένα άλλων χωρών δίχως να υπάρξει προσπάθεια, από την ελληνική πολιτεία, να αναγνωστεί η πραγματική ανάγκη της κοινωνίας μας. Έτσι καταλήγει να υπάρχει π.χ. ένα εκπαιδευτικό σύστημα με στοιχεία τέτοια που ανήκουν σε άλλα κοινωνικά δεδομένα. Για να μην καταντήσει το Νέο Σχολείο σαν το «παπούτσι του Ξενοκράτη» χρειάζεται πραγματική επιστημονική έρευνα από το Υπουργείο Παιδείας σε συνεργασία με όλους τους εγχώριους επιστημονικούς φορείς και επιστημονικούς συνεργάτες.

Σήμερα υπάρχει, ίσως όσο ποτέ άλλοτε, ανάγκη αλλαγής του σχολείου αλλά όχι σε αυτή την κατεύθυνση. Το ελληνικό σχολείο δεν μπορεί να λειτουργεί πειραματικά. Ας πάψουν επιτέλους, οι εκάστοτε ιθύνοντες, να πειραματίζονται πάνω στα νέα παιδιά και τη νέα γενιά. Δεν μπορεί να υπάρξει «Νέο Σχολείο» δίχως αδιάκοπη, συνεχή, ορθολογική αντιμετώπιση των βασικών ζητημάτων – προβλημάτων της εκπαίδευσης, πέρα από μικροπολιτικές σκοπιμότητες από τους εκάστοτε κυβερνητικούς και μη φορείς.

Βασικός παράγοντας που θα στηρίξει και θα σηκώσει στους ώμους του το «άλλο σχολείο» είναι ο δάσκαλος - εκπαιδευτικός. Πώς μπορεί, όμως, να υλοποιηθεί «Νέο Σχολείο» με οικονομικά και κοινωνικά εξαθλιωμένους δασκάλους-εκπαιδευτικούς; Πώς μπορεί να υπάρξει αλλαγή στο σχολείο, όταν από τον Σεπτέμβριο του 2010 αυξάνεται ο αριθμός των μαθητών σε κάθε τάξη από 25 σε 30 μαθητές; Πώς θα υπάρξει αναβάθμιση της εκπαίδευσης με μείωση στο 50% των μόνιμων διορισμών και στο 70% της πρόσληψης αναπληρωτών; Ας αναλογιστούμε το μέγεθος του προβλήματος που θα προκύψει, αφού τα περισσότερα δημοτικά σχολεία της υπαίθρου, καθώς και τα ολοήμερα σχολεία των πόλεων, λειτουργούν κατά κόρον με αναπληρωτές. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι εκπαιδευτικό αλλά καθαρά κοινωνικό. Αφορά τον κάθε πολίτη, αφορά τον κάθε άνθρωπο. Από τον ερχόμενο Σεπτέμβριο με τις μειώσεις των εκπαιδευτικών διορισμών, είναι βέβαιο ότι τα περισσότερα ολοήμερα σχολεία δεν θα λειτουργήσουν ενώ πολλά από τα πρωινά προγράμματα θα υπολειτουργούν. Η παιδοκεντρική εκπαιδευτική πολιτική δεν θα έπρεπε να εξαντλείται στις εξαγγελίες του αρμοδίου υπουργείου αλλά να γίνεται πράξη. Αντί αυτού όμως βλέπουμε τη «Νέα Οικονομική Κρίση», η οποία δεν οφείλεται στους νέους, να την υπόκεινται η νέα γενιά με τις ασύστολες περικοπές στην εκπαίδευση. Τη ληστεία του δημοσίου χρήματος τη χρεώνουν, δίχως να ειπωθεί ευθέως, στις επόμενες γενιές. Το σχολείο, ενώ σε όψη εκσυγχρονίζεται, σε πρακτικό επίπεδο επιστρέφει πολλές δεκαετίες πίσω.

Το «Νέο Σχολείο» λειτουργεί, επομένως, ως προκρούστεια κλίνη διαμορφώνοντας ένα σχολείο στα μέτρα ορισμένων «ειδικών» του Υπουργείου Παιδείας, δίχως να αναλογίζονται τα προβλήματα που θα προκύψουν για τους μαθητές. Έτσι κατακερματίζεται το «Παλιό Σχολείο» διατηρώντας ό,τι θεωρείται σκόπιμο, ενώ παράλληλα εξουθενωμένος ο εκπαιδευτικός οικονομικά και κοινωνικά, ωθείται να ανταπεξέλθει στις ολοένα και αυξημένες εκπαιδευτικές και οικονομικές υποχρεώσεις του με φιλότιμο και μπόλικο κουράγιο. Η κατάσταση αυτή, είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει μοιραία σε εκπτώσεις από τη μαθησιακή διαδικασία. Συμπερασματικά, λοιπόν, δίχως την απαραίτητη προετοιμασία (έρευνες και προσαρμογή στα ελληνικά κοινωνικά δεδομένα) και την υποστήριξη των εκπαιδευτικών σε οικονομικό, διδακτικό (θέσπιση επιμόρφωσης για όλους τους εμπλεκόμενους στην εκπαίδευση) και κοινωνικό επίπεδο (όχι με φιέστες δήθεν καινοτόμων εκπαιδευτικών στα πρότυπα καλλιστείων και αμερικανικών Top 100), το «Νέο Σχολείο» θα παρακμάσει και θα οδηγηθεί σε πλήρη αποτυχία με χαμένους τα νέα παιδιά και τη μετέπειτα ελληνική κοινωνία.

*Ο Γιώργος Τρούλης είναι Δάσκαλος στο 6ο Δημοτικό σχολείο Ρεθύμνου
MSc στις Επιστήμες της Αγωγής
Δημοσίευση:Ρεθεμνιώτικα Νέα 31/03/2010
Νέα Κρήτη 07/04/2010