Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

Οι νέες τεχνολογίες και το μάθημα της Γεωγραφίας- το παράδειγμα του GPS

Οι νέες τεχνολογίες και το μάθημα της Γεωγραφίας
το παράδειγμα του GPS

Του Γιώργου Τρούλη*

Από την αρχαιότητα έως σήμερα ο άνθρωπος προσπαθεί να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής του, βρίσκοντας τρόπους ή μέσα για να το πραγματώσει. Η όλη διαδικασία της εξέλιξης (σε όλα τα επίπεδα) είναι συνεχής και αέναη. Με την πάροδο των χρόνων η εξέλιξη της επιστήμης, σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο, μας προσέφερε τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα που γνωρίζουμε: από τη λάμπα, το αυτοκίνητο, το ψυγείο μέχρι την τηλεόραση, τον υπολογιστή, το ipod, το διαδίκτυο, το GPS, τις ταινίες 3D κ.α.. Οι νέες τεχνολογίες έχουν ενταχθεί τόσο πολύ στη ζωή μας, ώστε έχουν γίνει μέρος της καθημερινότητάς μας -σε πολλές περιπτώσεις τη ρυθμίζουν και την καθορίζουν- και της ζωής μας.

Τι γίνεται όμως με τα νέα τεχνολογικά μέσα στο χώρο της εκπαίδευσης; Ποιος ο ρόλος τους και η θέση τους; Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι εξαιρετικά πολύπλοκη και σύνθετη και βρίσκεται σε διαρκή συζήτηση στους εκπαιδευτικούς κόλπους. Αυτό όμως στο οποίο μπορούμε να αναφερθούμε είναι η χρήση των νέων τεχνολογικών μέσων στη διδασκαλία. Ο εκπαιδευτικός μπορεί να εντάξει στη διδακτική πράξη τα νέα τεχνολογικά μέσα, με σκοπό να τραβήξει και να επικεντρώσει την προσοχή των μαθητών, ανάλογα με τους εκπαιδευτικούς του στόχους. Έτσι το μάθημα γίνεται σύγχρονο, ενδιαφέρον και περισσότερο αποδοτικό, αφού ο εκπαιδευτικός μιλάει με τη «γλώσσα» της εποχής στους μαθητές του.
Παράδειγμα των παραπάνω είναι η χρήση του GPS στο μάθημα της Γεωγραφίας (και όχι μόνο). Ανάλογα με το διδακτικό αντικείμενο και τη διδακτική προσέγγιση (διαθεματική, ομαδοσυνεργατική, project κ.λ.π.) ο εκπαιδευτικός μπορεί να κάνει χρήση του GPS καθώς και οποιουδήποτε άλλου τεχνολογικού μέσου.
Πώς μπορεί να ενταχθεί το GPS στη διδακτική πράξη; Μπορεί να ενταχθεί ως εποπτικό μέσο για τη διδασκαλία των γεωγραφικών συντεταγμένων (γεωγραφικό μήκος και πλάτος), την έννοια του υψόμετρου καθώς και την αποτύπωση μιας περιοχής σε ένα χάρτη (μορφολογία) κ.α. Φανταστείτε το παιδί μιας τάξης που χρησιμοποιεί, αντί για τον έντυπο χάρτη, το GPS για να εντοπίσει τις συντεταγμένες του σχολείου του και της γειτονιάς του ή ακόμα να βρει το υψόμετρο, στο οποίο βρίσκεται το ίδιο και η περιοχή του. Ο ενθουσιασμός των παιδιών και η προσήλωσή τους στο μάθημα θεωρείται δεδομένη.

Ο προβληματισμός όμως ξεκινά, όταν τα παιδιά κάνουν εύλογα ερωτήματα όπως: Τι είναι οι γεωγραφικές συντεταγμένες και πώς τις βρίσκει το GPS; Σε αυτή την περιοχή υπάρχουν δύο χωριά με το ίδιο όνομα, πώς ξέρει το GPS ποιο ψάχνω να βρω; Γιατί δε μας λέει το GPS πώς ήταν κάποτε η περιοχή μας; κ.α. Τα ερωτήματα αυτά έχουν να κάνουν με την κατανόηση γεωγραφικών εννοιών και τις πρακτικές δυσκολίες τις οποίες, δυστυχώς, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το GPS και οποιοδήποτε άλλο τεχνολογικό μέσο.

Οι νέες τεχνολογίες μπορούν να ενταχθούν στη διδασκαλία, όχι ως πανάκεια αλλά ως μέσα διδασκαλίας. Ας αναλογιστούμε, εάν το μάθημα της Γεωγραφίας θα μπορούσε να καταργηθεί και να υποκατασταθεί από το GPS ή από οποιοδήποτε άλλο τεχνολογικό μέσο ή, σε επίπεδο τάξης, από ένα μάθημα τεχνολογίας. Η απάντηση είναι προφανής. Μπορεί να μας ακούγεται περίεργο, όμως ήδη στην Ιταλία σχεδιάζεται η κατάργηση του μαθήματος της Γεωγραφίας και η αντικατάστασή του από μάθημα τεχνολογίας. Αυτό που οφείλουμε να επισημάνουμε σε μια τέτοιου είδους ενέργεια είναι, ότι το μάθημα της Γεωγραφίας δεν εστιάζεται στην εμπέδωση μόνο των βασικών γεωγραφικών γνώσεων αλλά στο να καταστήσει ικανούς τους μαθητές να ερμηνεύουν τα φαινόμενα και τις διαδικασίες με γεωγραφικό περιεχόμενο και να προτείνουν λύσεις σε συγκεκριμένα προβλήματα. Να αναπτύξουν δηλαδή κριτική σκέψη. Το GPS, σήμερα, δεν προσφέρει απαντήσεις στα σύγχρονα οικολογικά προβλήματα μιας περιοχής, ούτε μπορεί να καλλιεργήσει οικολογική συνείδηση στους μαθητές. Πόσο μάλλον να αντικαταστήσει το μάθημα της Γεωγραφίας. Η ερμηνεία των φαινομένων, που προάγεται μέσω του μαθήματος της Γεωγραφίας και άλλων μαθημάτων, είναι κάτι πέρα και πάνω από κάθε τεχνολογικό μέσο. Είναι μια διανοητική διαδικασία.

*Ο Γιώργος Τρούλης είναι Δάσκαλος
MSc στις Επιστήμες της Αγωγής
(Δημοσίευση στα Ρεθεμνιώτικα Νέα, 23/02/2010)

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

Πτυχίο: μέσο επαγγελματικής αποκατάστασης ή πιστοποίηση γνώσεων;

Πτυχίο: μέσο επαγγελματικής αποκατάστασης ή πιστοποίηση γνώσεων;

Του Γιώργου Τρούλη *

Κάθε χρόνο, περίπου τέτοια εποχή, καλούνται χιλιάδες νέοι να δηλώσουν τις σχολές προτίμησής τους για τα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ο προβληματισμός τους, καθώς και των γονιών τους, στις περισσότερες περιπτώσεις οφείλεται στην επιλογή των συγκεκριμένων σχολών και στη σειρά δήλωσής τους στο μηχανογραφικό. Το «πρόβλημα», επομένως, έγκειται στα κριτήρια με τα οποία γίνεται η συγκεκριμένη επιλογή. Κριτήρια που, πολλές φορές, εξαντλούνται στην επερχόμενη, με το πτυχίο, επαγγελματική αποκατάσταση των νέων, δίχως να λαμβάνονται υπόψιν οι κλίσεις και τα ενδιαφέροντά τους. Το πρόβλημα όμως είναι ακόμη βαθύτερο και οι ρίζες του ξεκινούν από τη βιομηχανική επανάσταση, όπου διαμορφώθηκαν νέα επαγγέλματα και άλλαξε μορφή, όχι μόνο η οικογένεια αλλά και ολόκληρη η κοινωνία.

Με τη βιομηχανική επανάσταση και τη βιομηχανοποίηση της κοινωνικής ζωής, οι κοινωνικοοικονομικές και, κατ’ επέκταση, πολιτικές συνθήκες άλλαξαν. Με τις ανακατατάξεις, σε όλους αυτούς του τομείς της ανθρώπινης ζωής, δημιουργήθηκαν νέες κοινωνικές ανάγκες. Οι πατριαρχικού και μητριαρχικού τύπου οικογένειες αναγκάστηκαν σε ραγδαία αλλαγή και τη θέση τους πήραν οι σημερινές πυρηνικού τύπου οικογένειες, με μέλη τούς δύο συζύγους και τα παιδιά. Η τροποποίηση της μορφής της οικογένειας επήλθε, κυρίως, λόγω της αλλαγής της βιοποριστικής εργασίας (επαγγέλματα) και του εργασιακού χώρου (εργοστάσια αντί για το χωράφι). Πολλοί αναγκάστηκαν να δουλέψουν στα εργοστάσια ως εργάτες, οπότε οι οικογένειες έπρεπε να μετακινηθούν πλησιέστερα στον εργασιακό τους χώρο. Οι μεγάλες οικογένειες ήταν δύσκαμπτες, επομένως αναγκάστηκαν να αλλάξουν μορφή και να γίνουν πιο ευέλικτες.

Αποτέλεσμα, λοιπόν, της νέας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης (βιομηχανική εποχή) ήταν η αλλαγή, εκ βάθρων, της εργασίας και των αυξημένων απαιτήσεων των νέων επαγγελμάτων. Μέσα σε αυτή την εποχή γεννήθηκε η έννοια της εξειδίκευσης και η ανάγκη για παροχή συγκεκριμένων, περισσότερο τεχνικών, γνώσεων. Με την πάροδο των χρόνων η κατάρτιση των εργαζομένων γινόταν περισσότερο αναγκαία, λόγω της εξέλιξης των μηχανών (με την αξιοποίηση των επιστημονικών πορισμάτων), και σύνθετη, λόγω της μηχανικής πολυπλοκότητας. Οι ανάγκες της εποχής καθόρισαν το πλαίσιο της απαιτούμενης κατάρτισης.

Επιστρέφοντας στο σήμερα, μπορούμε να αντικρίσουμε περίπου την ίδια κατάσταση έχοντας, όμως, αλλάξει οι κοινωνικοί και εργασιακοί όροι. Οι σημερινοί νέοι, για να μπορέσουν να εργαστούν, χρειάζεται να κατέχουν ορισμένες, τεχνικές πολλές φορές, γνώσεις και μάλιστα πιστοποιημένες. Λύση, θεωρητικά, δόθηκε με την ίδρυση των Τεχνικών, Τεχνολογικών και Πανεπιστημιακών σχολών. Στην αρχή ο πτυχιούχος ήταν ένας εν δυνάμει εργαζόμενος και μάλιστα στο αντικείμενο που είχε σπουδάσει. Σήμερα ο πτυχιούχος, τις περισσότερες περιπτώσεις, εργάζεται είτε περιστασιακά στο αντικείμενό του, είτε ετεροαπασχολείται.

Όμως ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει ανάγκη μόνο την εξειδικευμένη γνώση αλλά πολλές περισσότερες γνώσεις (κοινωνικές, γενικής παιδείας κ.α.) για να ανταπεξέλθει στις εκάστοτε κοινωνικές επιταγές και ρόλους του. Τα ερωτήματα λοιπόν, στα οποία οφείλει να απαντήσει η πολιτεία μέσω της εκπαιδευτικής πολιτικής, είναι σχετικά με: α) το ρόλο των Τ.Ε.Ι. και των Πανεπιστημίων και β)την αναγκαιότητα ή μη του κλειστού αριθμού εισακτέων.

Ο ρόλος των Πανεπιστημιακών και λοιπών σχολών είναι η επαγγελματική κατάρτιση (εάν ουσιαστικά υφίσταται κι αυτή) ή η διακίνηση και παροχή γνώσεων, ιδεών που καθιστούν τους νέους συγκροτημένες προσωπικότητες και συνεχιστές μιας πανανθρώπινης εξελικτικής προσπάθειας; Αν θεωρήσουμε ότι ο ρόλος των ανώτατων σχολών εστιάζεται περισσότερο στην παροχή γνώσεων, αντιλήψεων, ιδεών, τότε προς τι η ύπαρξη του κλειστού αριθμού εισακτέων; Η πολιτεία οφείλει να παρέχει δωρεάν παιδεία σε όλους τους έλληνες πολίτες. Για ποιο λόγο να αποκλείεται μεγάλο μέρος του μαθητικού πληθυσμού από συγκεκριμένες σχολές, αν και έχουν γράψει πολύ πάνω από τη θεσμοθετημένη βάση;

Είναι κατανοητό ότι ο λόγος ύπαρξης του κλειστού αριθμού εισακτέων (numerus clauses) είναι ο έλεγχος του αριθμού των επαγγελματιών σε μια χώρα. Η υιοθέτησή του, από την εκπαιδευτική πολιτική της Ελλάδας, είχε ως στόχο τον έλεγχο του αριθμού των επαγγελματιών και τη μείωση, έως εξάλειψη, της ανεργίας, με την εξασφάλιση (μέσω του πτυχίου) εργασίας. Δυστυχώς, σήμερα, δεν υπάρχει εξασφάλιση εργασίας με τη λήψη πτυχίου, ούτε και περιορισμός της ανεργίας. Η αναντιστοιχία μεταξύ πτυχιούχων και θέσεων εργασίας, εντείνεται ολοένα και περισσότερο με τον ανεξέλεγκτο αριθμό πτυχιούχων του εξωτερικού.

Το πρόβλημα δεν έγκειται, επομένως, τόσο στον τρόπο εισαγωγής στα Πανεπιστήμια (ζήτημα στο οποίο εξαντλείται η εκάστοτε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση) αλλά στον λόγο ύπαρξης του κλειστού αριθμού εισακτέων και ότι αυτός συνεπάγεται. Για ποιο λόγο, ο σημερινός νέος, να αναλώνεται σε ένα μαραθώνιο δρόμο, ακόμη κι από το Δημοτικό (απαράδεκτο), εάν δεν υπάρχει περίπτωση να ασχοληθεί με το αντικείμενο που θα σπουδάσει; Εάν παρθούν τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της σύνδεσης πτυχίων και εργασίας, τότε ο numerus clauses έχει λόγο ύπαρξης στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα (ίσως με διαφορετική μορφή όπως π.χ. με ενδιάμεσες, εσωτερικές προαγωγικές εξετάσεις στις ανώτατες σχολές). Σε διαφορετική περίπτωση να επανεξεταστεί το ζήτημα και να προβεί, η πολιτεία, ακόμη και σε κατάργησή του.

Ας συμπεριληφθεί ο προβληματισμός αυτός στα πλαίσια της επερχόμενης εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και ας δοθεί, επιτέλους, διέξοδο σε αυτό το μεγάλο κοινωνικό και εκπαιδευτικό πρόβλημα. Ας απαγκιστρωθούμε από αυτές τις κοινωνικές στρεβλώσεις και ας δοθεί λύση, η οποία θα διέπει όλο το εκπαιδευτικό σύστημα και όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες, ώστε η κάθε μία να επιτελεί τον κοινωνικό και μορφοπαιδευτικό της ρόλο. Είναι πρόβλημα που αφορά όχι μόνο τους νέους ανθρώπους, που ξεκινάνε τη ζωή τους μέσα στο άγχος και την ανασφάλεια, αλλά σύσσωμη την εκπαιδευτική κοινότητα και, κατ’ επέκταση, ολόκληρη την κοινωνία.

*Ο Γιώργος Τρούλης είναι Δάσκαλος
MSc στις Επιστήμες της Αγωγής
(Δημοσίευση στα Ρεθεμνιώτικα Νέα, 09/02/2010)